Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταθλίβω
κατάθλιψις
καταθνῄσκω
καταθνητός
καταθοινάω
καταθορυβέω
κατάθραυσις
κατάθραυστος
καταθραύω
καταθρέω
καταθρηνέω
κατάθρυπτος
καταθρύπτω
καταθρῴσκω
καταθυμέω
καταθύμιος
καταθύω
καταθωρακίζομαι
καταιβασία
καταιβάσιος
καταιβάτης
View word page
καταθρηνέω
to bewail, lament, mourn
ShortDef
to bewail, lament, mourn
Debugging
Headword:
καταθρηνέω
Headword (normalized):
καταθρηνέω
Headword (normalized/stripped):
καταθρηνεω
Intro Text:
to bewail, lament, mourn
IDX:
45658
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-45659
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to bewail, lament, mourn" }