Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμερσίγαμος
ἀμερσίνοος
ἀμεσολάβητος
ἄμεσος
ἀμετάβατος
ἀμεταβλησία
ἀμετάβλητος
ἀμετάβολος
ἀμεταδόξαστος
ἀμεταδοσία
ἀμετάδοτος
ἀμετάθετος
ἀμετακίνητος
ἀμετάκλαστος
ἀμετάκλητος
ἀμετάκλιτος
ἀμετάληπτος
ἀμετάλλακτος
ἀμεταμέλητος
ἀμεταμίσθωτος
ἀμετανόητος
View word page
ἀμετάδοτος
not imparting, sharing
ShortDef
not imparting, sharing
Debugging
Headword:
ἀμετάδοτος
Headword (normalized):
ἀμετάδοτος
Headword (normalized/stripped):
αμεταδοτος
Intro Text:
not imparting, sharing
IDX:
4521
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4522
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "not imparting, sharing" }