Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κάρπωμα
καρπώνης
καρπωνία
καρπώσιμος
κάρπωσις
καρπωτός
Κάρραι
καρρικός
καρρίον
κάρρον
κάρρων
κάρσιος
κάρτα
καρταίπους
καρτάλαμον
κάρταλλος
καρτέον
καρτεραίχμας
καρτερέω
καρτέρημα
καρτέρησις
View word page
κάρρων
stronger, better
ShortDef
stronger, better
Debugging
Headword:
κάρρων
Headword (normalized):
κάρρων
Headword (normalized/stripped):
καρρων
Intro Text:
stronger, better
IDX:
45195
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-45196
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "stronger, better" }