Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμέργω
ἀμέρδω
ἀμέρεια
ἀμερής
ἀμεριαῖος
ἀμεριμνέω
ἀμεριμνία
ἀμέριμνος
ἀμέριστος
ἀμερμηρεί
ἀμερσίγαμος
ἀμερσίνοος
ἀμεσολάβητος
ἄμεσος
ἀμετάβατος
ἀμεταβλησία
ἀμετάβλητος
ἀμετάβολος
ἀμεταδόξαστος
ἀμεταδοσία
ἀμετάδοτος
View word page
ἀμερσίγαμος
robbing of wedlock
ShortDef
robbing of wedlock
Debugging
Headword:
ἀμερσίγαμος
Headword (normalized):
ἀμερσίγαμος
Headword (normalized/stripped):
αμερσιγαμος
Intro Text:
robbing of wedlock
IDX:
4511
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4512
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "robbing of wedlock" }