Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμενθήριστος
ἁμέρα
ἀμέργω
ἀμέρδω
ἀμέρεια
ἀμερής
ἀμεριαῖος
ἀμεριμνέω
ἀμεριμνία
ἀμέριμνος
ἀμέριστος
ἀμερμηρεί
ἀμερσίγαμος
ἀμερσίνοος
ἀμεσολάβητος
ἄμεσος
ἀμετάβατος
ἀμεταβλησία
ἀμετάβλητος
ἀμετάβολος
ἀμεταδόξαστος
View word page
ἀμέριστος
undivided, indivisible
ShortDef
undivided, indivisible
Debugging
Headword:
ἀμέριστος
Headword (normalized):
ἀμέριστος
Headword (normalized/stripped):
αμεριστος
Intro Text:
undivided, indivisible
IDX:
4509
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4510
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "undivided, indivisible" }