Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

καρδιακός
καρδιαλγέω
καρδιαλγής
καρδιαλγία
καρδιαλγικός
Καρδιανός
καρδιᾶτις
καρδίη
καρδιηβολέω
καρδικός
καρδιοβολέομαι
καρδιοβόλος
καρδιογνώστης
καρδιόδαιτος
καρδιόδηκτος
καρδιοειδής
κάρδιον
καρδιότης
καρδιότρωτος
καρδιουλκέω
καρδιουλκία
View word page
καρδιοβολέομαι
to be stricken in heart, grieved

ShortDef

to be stricken in heart, grieved

Debugging

Headword:
καρδιοβολέομαι
Headword (normalized):
καρδιοβολέομαι
Headword (normalized/stripped):
καρδιοβολεομαι
IDX:
45059
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-45060
Key:

Data

{'content': 'to be stricken in heart, grieved'}