Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμελίου
ἀμελκτέον
ἀμελκτήρ
ἀμελκτός
ἀμέλλητος
ἄμελξις
ἀμελῴδητος
ἄμεμπτος
ἀμεμφής
ἀμεμφία
ἀμεμψιμοίρητος
ἀμεμψίμοιρος
ἀμένας
ἀμενηνός
ἀμενηνόω
ἀμενής
ἀμενητά
ἀμενθήριστος
ἁμέρα
ἀμέργω
ἀμέρδω
View word page
ἀμεμψιμοίρητος
unexceptionable
ShortDef
unexceptionable
Debugging
Headword:
ἀμεμψιμοίρητος
Headword (normalized):
ἀμεμψιμοίρητος
Headword (normalized/stripped):
αμεμψιμοιρητος
Intro Text:
unexceptionable
IDX:
4492
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4493
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "unexceptionable" }