Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἀμελητέος
ἀμελητής
ἀμελητικός
ἀμέλητος
ἀμελίου
ἀμελκτέον
ἀμελκτήρ
ἀμελκτός
ἀμέλλητος
ἄμελξις
ἀμελῴδητος
ἄμεμπτος
ἀμεμφής
ἀμεμφία
ἀμεμψιμοίρητος
ἀμεμψίμοιρος
ἀμένας
ἀμενηνός
ἀμενηνόω
ἀμενής
ἀμενητά
View word page
ἀμελῴδητος
unmelodic

ShortDef

unmelodic

Debugging

Headword:
ἀμελῴδητος
Headword (normalized):
ἀμελῴδητος
Headword (normalized/stripped):
αμελωδητος
IDX:
4488
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4489
Key:

Data

{'content': 'unmelodic'}