Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Ἄμβροσσος
ἀμβροτόπωλος
ἄμβροτος
ἄμβρυττοι
ἄμβων
ἀμέγαρτος
ἀμεγέθης
ἀμέθεκτος
ἀμέθελκτος
ἀμεθεξία
ἀμεθόδευτος
ἀμέθοδος
ἀμεθύστινος
ἀμέθυστος
ἀμειβώ
ἀμείβω
ἀμειδής
ἀμείδητος
ἀμείλικτος
ἀμείλιχος
Ἀμεινοκλῆς
View word page
ἀμεθόδευτος
not to be cajoled, led astray
ShortDef
not to be cajoled, led astray
Debugging
Headword:
ἀμεθόδευτος
Headword (normalized):
ἀμεθόδευτος
Headword (normalized/stripped):
αμεθοδευτος
Intro Text:
not to be cajoled, led astray
IDX:
4447
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4448
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "not to be cajoled, led astray" }