Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμβολιεργός
ἀμβολίη
ἀμβόλιμος
Ἀμβολογήρα
Ἀμβρακία
Ἀμβρακίδες
Ἀμβρακιώτης
ἀμβροσία
ἀμβροσίοδμος
ἀμβρόσιος
ἀμβροσιώδης
Ἄμβροσσος
ἀμβροτόπωλος
ἄμβροτος
ἄμβρυττοι
ἄμβων
ἀμέγαρτος
ἀμεγέθης
ἀμέθεκτος
ἀμέθελκτος
ἀμεθεξία
View word page
ἀμβροσιώδης
ambrosial, fragrant
ShortDef
ambrosial, fragrant
Debugging
Headword:
ἀμβροσιώδης
Headword (normalized):
ἀμβροσιώδης
Headword (normalized/stripped):
αμβροσιωδης
Intro Text:
ambrosial, fragrant
IDX:
4436
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4437
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ambrosial, fragrant" }