Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

κακοτεκνία
κακοτελεύτητος
κακοτέρμων
κακοτεχνέω
κακοτέχνημα
κακοτεχνία
κακότεχνος
κακότης
κακοτροπεύομαι
κακοτροπέω
κακοτροπία
κακότροπος
κακοτροφέω
κακοτροφία
κακοτυχέω
κακοτυχής
κακοτυχία
κακουβαι
κακουργέω
κακούργημα
κακουργία
View word page
κακοτροπία
badness of habits, mischievousness, maliciousness, wickedness

ShortDef

badness of habits, mischievousness, maliciousness, wickedness

Debugging

Headword:
κακοτροπία
Headword (normalized):
κακοτροπία
Headword (normalized/stripped):
κακοτροπια
IDX:
44320
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-44321
Key:

Data

{'content': 'badness of habits, mischievousness, maliciousness, wickedness'}