Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κακοκερδής
κακοκλεής
κακόκνημος
κακόκρατος
κακοκρισία
κακολογέω
κακολογία
κακολογικός
κακολόγος
κακομαθής
κακομανέω
κακόμαντις
κακομαχέω
κακομέλετος
κακομετρέω
κακομέτρητος
κακομετρία
κακόμετρος
κακομηδής
κακομητίη
κακόμητις
View word page
κακομανέω
to be exceeding mad
ShortDef
to be exceeding mad
Debugging
Headword:
κακομανέω
Headword (normalized):
κακομανέω
Headword (normalized/stripped):
κακομανεω
Intro Text:
to be exceeding mad
IDX:
44189
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-44190
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be exceeding mad" }