Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καθημερίσια
καθημεροθύτης
καθημερόω
καθθηρατόριον
κάθιδρος
καθίδρυσις
καθιδρύω
καθιέρευσις
καθιερεύω
καθιερόω
καθιέρωσις
καθιερωτέος
καθιερωτικός
καθιζάνω
καθίζω
καθίημι
καθικετεύω
καθικνέομαι
καθιμάω
καθίμησις
καθίννυμαι
View word page
καθιέρωσις
a dedication
ShortDef
a dedication
Debugging
Headword:
καθιέρωσις
Headword (normalized):
καθιέρωσις
Headword (normalized/stripped):
καθιερωσις
IDX:
43847
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-43848
Key:
Data
{'content': 'a dedication'}