Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καθαριεύω
καθαρίζω
καθάριος
καθαριόω
καθαριστήριον
καθαριστής
κάθαρμα
καθαρματώδης
καθαρμόζω
καθαρμός
καθάρμοσις
καθαρολογέω
καθαροποιέω
καθαρός
καθαρότης
καθαρουργεῖον
καθαρουργία
καθαρουργικός
καθαρουργός
καθαρπαγή
καθαρπάζω
View word page
καθάρμοσις
precise adaptation
ShortDef
precise adaptation
Debugging
Headword:
καθάρμοσις
Headword (normalized):
καθάρμοσις
Headword (normalized/stripped):
καθαρμοσις
Intro Text:
precise adaptation
IDX:
43753
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-43754
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "precise adaptation" }