Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἰσχυροποιέω
ἰσχυροποίησις
ἰσχυροποιός
ἰσχυρόπους
ἰσχυροπράγμων
ἰσχυρόρριζος
ἰσχυρός
ἰσχυρότης
ἰσχυρόφρων
ἰσχυρόφωνος
ἰσχυρόψυχος
ἰσχυρόω
Ἴσχυς
ἰσχύς
ἰσχύω
ἴσχω
ἰσωνία
ἰσωνυμία
ἰσώνυμος
ἴσως
ἴσωσις
View word page
ἰσχυρόψυχος
strong-souled
ShortDef
strong-souled
Debugging
Headword:
ἰσχυρόψυχος
Headword (normalized):
ἰσχυρόψυχος
Headword (normalized/stripped):
ισχυροψυχος
Intro Text:
strong-souled
IDX:
43493
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-43494
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "strong-souled" }