Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἰσχουρία
ἰσχυριείω
ἰσχυρίζομαι
ἰσχυρικός
ἰσχύρισις
ἰσχυριστέον
ἰσχυριστέος
ἰσχυριστικῶς
ἰσχυρογνωμοσύνη
ἰσχυρογνώμων
ἰσχυρόδετος
ἰσχυροπαίκτης
ἰσχυροπλήκτης
ἰσχυροποιέω
ἰσχυροποίησις
ἰσχυροποιός
ἰσχυρόπους
ἰσχυροπράγμων
ἰσχυρόρριζος
ἰσχυρός
ἰσχυρότης
View word page
ἰσχυρόδετος
fastbound
ShortDef
fastbound
Debugging
Headword:
ἰσχυρόδετος
Headword (normalized):
ἰσχυρόδετος
Headword (normalized/stripped):
ισχυροδετος
Intro Text:
fastbound
IDX:
43480
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-43481
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "fastbound" }