Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἴλλω
ἰλλώδης
ἰλλωπέω
ἴλλωσις
Ἰλοραίστης
Ἶλος
ἴλυμα
ἰλυόεις
ἰλυός
ἰλύς
ἰλυσπάομαι
ἰλύσπασις
ἰλυσπαστικός
ἰλύω
ἰλυώδης
ἱμαῖος
ἱμαλίς
ἱμαντάριον
ἱμαντελιγμός
ἱμαντελικτής
ἱμάντηρις
View word page
ἰλυσπάομαι
crawl
ShortDef
crawl
Debugging
Headword:
ἰλυσπάομαι
Headword (normalized):
ἰλυσπάομαι
Headword (normalized/stripped):
ιλυσπαομαι
IDX:
42622
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-42623
Key:
Data
{'content': 'crawl'}