Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἰθυπτίων
ἰθύρροπος
ἰθύς
ἰθύς2
ἰθυσκόλιος
ἰθυτένεια
ἰθυτενής
ἰθύτης
ἰθυτμής
ἰθύτρην
ἰθυφαλλικός
ἰθύφαλλος
ἰθυφάνεια
ἰθυφορικός
ἰθύω
ἰθυωρίη
Ἰθώμη
ἰίζω
ἱκανοδοσία
ἱκανοδοτέω
ἱκανοδότης
View word page
ἰθυφαλλικός
ithyphallic
ShortDef
ithyphallic
Debugging
Headword:
ἰθυφαλλικός
Headword (normalized):
ἰθυφαλλικός
Headword (normalized/stripped):
ιθυφαλλικος
IDX:
42476
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-42477
Key:
Data
{'content': 'ithyphallic'}