Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἱερακόμορφος
ἱερακοπρόσωπος
ἱερακοτάφος
ἱερακοτρόφος
ἱερακώδης
ἱερανθεσία
ἱερανομέω
ἱέραξ
ἱεραοιδός
ἱεράομαι
ἱεραπολέω
Ἱεράπολις
ἱεραπόλος
ἱεράρχης
ἱερατεία
ἱερατεῖον
ἱεράτευμα
ἱερατευματικός
ἱερατεύω
ἱερατικός
ἱεραύλης
View word page
ἱεραπολέω
to be a ἱεραπόλος
ShortDef
to be a ἱεραπόλος
Debugging
Headword:
ἱεραπολέω
Headword (normalized):
ἱεραπολέω
Headword (normalized/stripped):
ιεραπολεω
Intro Text:
to be a ἱεραπόλος
IDX:
42271
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-42272
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be a ἱεραπόλος" }