Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἰδιοθάνατος
ἰδιοθανέω
ἰδιοθηρευτικός
ἰδιοθρονέω
ἰδιοκρασία
ἰδιοκτήμων
ἰδιόκτητος
ἰδιολογέω
ἰδιολογία
ἰδιομήκης
ἰδιόμορφος
ἰδιοξενία
ἰδιοξενοδόκος
ἰδιόξενος
ἰδιόομαι
ἰδιοπάθεια
ἰδιοπαθέω
ἰδιοπεριόριστος
ἰδιόπλαστος
ἰδιοποιέω
ἰδιοποίημα
View word page
ἰδιόμορφος
of peculiar form
ShortDef
of peculiar form
Debugging
Headword:
ἰδιόμορφος
Headword (normalized):
ἰδιόμορφος
Headword (normalized/stripped):
ιδιομορφος
Intro Text:
of peculiar form
IDX:
42157
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-42158
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "of peculiar form" }