Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
θερειγενής
θερειλεχής
θερεινόμος
θέρειος
θερείποτος
θέρετρον
θερήγανον
θεριακός
θερίδιον
θερίζω
θερινός
θερισμός
θεριστήρ
θεριστήριον
θεριστής
θεριστικός
θεριστός
θέριστος
θεριστός2
θέριστρα
θερίστριον
View word page
θερινός
of summer, in summer
ShortDef
of summer, in summer
Debugging
Headword:
θερινός
Headword (normalized):
θερινός
Headword (normalized/stripped):
θερινος
Intro Text:
of summer, in summer
IDX:
40948
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-40949
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "of summer, in summer" }