Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
θαλαμηπόλος
θαλαμίας
θαλαμιός
θαλαμίτης
θάλαμόνδε
θαλαμοποιός
θάλαμος
θάλασσα
θαλασσαίγλη
θαλασσαῖος
θαλασσερός
θαλασσεύς
θαλασσεύω
θαλασσίγονος
θαλασσίδιος
θαλασσίζω
θαλάσσιος
θαλασσίτης
θαλασσοβαφέω
θαλασσοβίωτος
θαλασσοβραχής
View word page
θαλασσερός
eyesalve
ShortDef
eyesalve
Debugging
Headword:
θαλασσερός
Headword (normalized):
θαλασσερός
Headword (normalized/stripped):
θαλασσερος
Intro Text:
eyesalve
IDX:
40379
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-40380
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "eyesalve" }