Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἡπατουργός
ἡπατοφαγέομαι
ἠπεδανός
ἠπειγμένως
ἠπειρογενής
ἠπειρόθεν
ἤπειρόνδε
Ἤπειρος
ἤπειρος
ἠπειρόω
ἠπειρώτης
ἠπειρωτικός
Ἠπειρωτικός
ᾗπερ
ἤπερ
ἠπερόπευμα
ἠπεροπεύς
ἠπεροπεύω
ἠπεροπηΐς
ἤπησις
ἠπητήριον
View word page
ἠπειρώτης
of the mainland, living there
ShortDef
of the mainland, living there
Debugging
Headword:
ἠπειρώτης
Headword (normalized):
ἠπειρώτης
Headword (normalized/stripped):
ηπειρωτης
Intro Text:
of the mainland, living there
IDX:
40162
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-40163
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "of the mainland, living there" }