Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἡμιπληγής
ἡμιπληγία
ἡμιπλήξ
ἡμιπλήρης
ἡμιπλήρωτος
ἡμιπλίνθιον
ἡμίπνικτος
ἡμίπνοος
ἡμιποδιαῖος
ἡμιπόδιον
ἡμιποίητος
ἡμίπολον
ἡμιπόνηρος
ἡμίπους
ἡμίπτωτος
ἡμιπύργιον
ἡμίπυρος
ἡμιπύρωτος
ἡμιρενής
ἡμιρόδιον
ἡμιρραγής
View word page
ἡμιποίητος
half-made

ShortDef

half-made

Debugging

Headword:
ἡμιποίητος
Headword (normalized):
ἡμιποίητος
Headword (normalized/stripped):
ημιποιητος
IDX:
39985
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-39986
Key:

Data

{'content': 'half-made'}