Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ζυγικός
ζύγιμος
ζύγινος
ζύγιος
ζυγίτης
ζυγόδεσμον
ζυγοειδής
Ζυγοί
ζυγοκέφαλον
ζυγοκρούστης
ζυγομαχέω
ζυγομαχία
ζυγόν
ζυγοποιέω
ζυγοποιός
ζυγόσταθμος
ζυγοστασία
ζυγοστάσιον
ζυγοστατέω
ζυγοστάτημα
ζυγοστάτης
View word page
ζυγομαχέω
to struggle with one's yoke-fellow
ShortDef
to struggle with one's yoke-fellow
Debugging
Headword:
ζυγομαχέω
Headword (normalized):
ζυγομαχέω
Headword (normalized/stripped):
ζυγομαχεω
IDX:
39226
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-39227
Key:
Data
{'content': "to struggle with one's yoke-fellow"}