Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀλλήλων
ἄλλην
ἄλλην2
ἀλλήναλλος
ἄλλιξ
ἄλλιστος
ἀλλιτάνευτος
ἄλλιτος
ἀλλογενής
ἀλλογλωσσία
ἀλλόγλωσσος
ἀλλογνοέω
ἀλλογνώμων
ἀλλογνώς
ἀλλόγνωτος
ἀλλοδαπός
ἀλλοδημία
ἀλλόδημος
ἀλλοδοξέω
ἀλλοδοξία
ἀλλόδοξος
View word page
ἀλλόγλωσσος
using a strange tongue
ShortDef
using a strange tongue
Debugging
Headword:
ἀλλόγλωσσος
Headword (normalized):
ἀλλόγλωσσος
Headword (normalized/stripped):
αλλογλωσσος
Intro Text:
using a strange tongue
IDX:
3913
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-3914
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "using a strange tongue" }