Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Ζάμολξις
ζαπίμελος
ζαπληθής
ζάπλουτος
ζαπότης
ζάπυρος
ζατρεφής
ζατρίκιον
ζαυκίτροφος
ζαφλεγής
ζαφόρος
ζαχρειής
ζαχρεῖος
ζαχρηής
ζάχρυσος
ζάψ
ζάω
ζε
ζέα
ζεγέριες
ζειά
View word page
ζαφόρος
to be fertile
ShortDef
to be fertile
Debugging
Headword:
ζαφόρος
Headword (normalized):
ζαφόρος
Headword (normalized/stripped):
ζαφορος
IDX:
39070
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-39071
Key:
Data
{'content': 'to be fertile'}