Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐφημέριος
ἐφημερίς
ἐφημερόβιος
ἐφήμερον
ἐφήμερος
ἐφήμισυς
ἐφημοσύνα
ἐφημοσύνη
ἐφησυχάζω
ἑφθαλέος
ἐφθαρμένως
ἑφθέος
ἑφθήμερος
ἑφθημιμερής
ἐφθονημένως
ἑφθοπώλιον
ἑφθός
ἑφθότης
ἑφθόω
ἐφιαλτεία
Ἐφιάλτης
View word page
ἐφθαρμένως
corruptly
ShortDef
corruptly
Debugging
Headword:
ἐφθαρμένως
Headword (normalized):
ἐφθαρμένως
Headword (normalized/stripped):
εφθαρμενως
Intro Text:
corruptly
IDX:
38782
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-38783
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "corruptly" }