Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
εὐμεταχείριστος
εὐμετρία
εὔμετρος
Εὐμήδης
εὐμήκης
Εὔμηλος
εὔμηλος
εὔμηρος
εὐμήρυτος
εὔμητις
εὐμηχάνημα
εὐμηχανία
εὐμήχανος
εὔμικτος
εὐμιλίη
εὐμίμητος
εὐμιξία
εὐμίσητος
εὔμιτος
εὔμιτρος
ἐϋμμελίης
View word page
εὐμηχάνημα
ingenious contrivance
ShortDef
ingenious contrivance
Debugging
Headword:
εὐμηχάνημα
Headword (normalized):
εὐμηχάνημα
Headword (normalized/stripped):
ευμηχανημα
Intro Text:
ingenious contrivance
IDX:
37620
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-37621
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ingenious contrivance" }