Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἑτεροβάρεια
ἑτεροβαρής
ἑτερογαμία
ἑτερογάστριος
ἑτερογενέω
ἑτερογενής
ἑτερόγλαυκος
ἑτερόγλωσσος
ἑτερόγναθος
ἑτερογνωμοσύνη
ἑτεροδίδακτος
ἑτεροδιδασκαλέω
ἑτεροδιδάσκαλος
ἑτεροδοξέω
ἑτεροδοξία
ἑτερόδοξος
ἑτεροδυναμία
ἑτεροδύναμος
ἑτεροεθνής
ἑτεροείδεια
ἑτεροειδής
View word page
ἑτεροδίδακτος
taught by another
ShortDef
taught by another
Debugging
Headword:
ἑτεροδίδακτος
Headword (normalized):
ἑτεροδίδακτος
Headword (normalized/stripped):
ετεροδιδακτος
Intro Text:
taught by another
IDX:
36413
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-36414
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "taught by another" }