Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἑτεραλκέομαι
ἑτεραλκής
ἑτεράριθμος
ἑτερεγκεφαλάω
ἑτερειδής
ἑτερήμερος
ἑτεροβάρεια
ἑτεροβαρής
ἑτερογαμία
ἑτερογάστριος
ἑτερογενέω
ἑτερογενής
ἑτερόγλαυκος
ἑτερόγλωσσος
ἑτερόγναθος
ἑτερογνωμοσύνη
ἑτεροδίδακτος
ἑτεροδιδασκαλέω
ἑτεροδιδάσκαλος
ἑτεροδοξέω
ἑτεροδοξία
View word page
ἑτερογενέω
differ in kind
ShortDef
differ in kind
Debugging
Headword:
ἑτερογενέω
Headword (normalized):
ἑτερογενέω
Headword (normalized/stripped):
ετερογενεω
Intro Text:
differ in kind
IDX:
36407
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-36408
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "differ in kind" }