Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐποπτεύω
ἐποπτήρ
ἐπόπτης
ἐποπτικός
ἐποπτόρεκτος
ἔποπτος
ἐποργιάζω
ἐποργίζομαι
ἐπορέγω
ἐπορθιάζω
ἐπορθοβοάω
ἐπορθρεύω
ἐπορθρισμός
ἐπορίνω
ἐπόρνυμι
ἐπορούω
ἐποροφόω
ἐπόρυξις
ἐπορύττω
ἐπορχέομαι
ἔπος
View word page
ἐπορθοβοάω
to lift up a cry (LSJ supp)
ShortDef
to lift up a cry (LSJ supp)
Debugging
Headword:
ἐπορθοβοάω
Headword (normalized):
ἐπορθοβοάω
Headword (normalized/stripped):
επορθοβοαω
IDX:
35424
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-35425
Key:
Data
{'content': 'to lift up a cry (LSJ supp)'}