Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐπίκρουσμα
ἐπικρουστήριον
ἐπικρούστιον
ἐπικρούω
ἐπικρύπτω
ἐπίκρυφος
ἐπίκρυψις
ἐπικρώζω
ἐπικτάομαι
ἐπικτείνω
ἐπικτένιον
ἐπικτερεΐζω
ἐπίκτημα
ἐπικτηνίτης
ἐπίκτησις
ἐπικτητικός
ἐπίκτητος
ἐπικτίζω
ἐπικτόριον
ἐπικτυπέω
ἐπικυδαίνομαι
View word page
ἐπικτένιον
tow which remains in the heckle
ShortDef
tow which remains in the heckle
Debugging
Headword:
ἐπικτένιον
Headword (normalized):
ἐπικτένιον
Headword (normalized/stripped):
επικτενιον
IDX:
33742
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-33743
Key:
Data
{'content': 'tow which remains in the heckle'}