Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐπεισαγωγή
ἐπεισαγώγιμος
ἐπεισακτέον
ἐπείσακτος
ἐπεισβαίνω
ἐπεισβάλλω
ἐπεισβάτης
ἐπεισβιάζομαι
ἐπεισδέχομαι
ἐπείσειμι
ἐπεισέλευσις
ἐπεισενεκτέον
ἐπεισέρπω
ἐπεισέρρω
ἐπεισέρχομαι
ἐπεισηγέομαι
ἐπείσθεσις
ἐπεισθρῴσκω
ἐπεισκαλέω
ἐπείσκλητος
ἐπεισκομίζω
View word page
ἐπεισέλευσις
additional incursion
ShortDef
additional incursion
Debugging
Headword:
ἐπεισέλευσις
Headword (normalized):
ἐπεισέλευσις
Headword (normalized/stripped):
επεισελευσις
Intro Text:
additional incursion
IDX:
32551
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-32552
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "additional incursion" }