Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐπείνυσθαι
ἐπείξιμος
ἔπειξις
Ἐπειός
ἐπείπερ
ἐπεῖπον
ἐπείρομαι
ἐπειρωνεύομαι
ἐπεισάγω
ἐπεισαγωγή
ἐπεισαγώγιμος
ἐπεισακτέον
ἐπείσακτος
ἐπεισβαίνω
ἐπεισβάλλω
ἐπεισβάτης
ἐπεισβιάζομαι
ἐπεισδέχομαι
ἐπείσειμι
ἐπεισέλευσις
ἐπεισενεκτέον
View word page
ἐπεισαγώγιμος
brought in besides
ShortDef
brought in besides
Debugging
Headword:
ἐπεισαγώγιμος
Headword (normalized):
ἐπεισαγώγιμος
Headword (normalized/stripped):
επεισαγωγιμος
Intro Text:
brought in besides
IDX:
32542
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-32543
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "brought in besides" }