Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐπαρτής
ἐπαρτίζω
ἐπαρτικός
ἐπαρτύω
ἐπαρυστήρ
ἐπαρύτω
ἐπαρχεία
ἐπαρχέω
ἐπαρχία
ἐπαρχικός
ἐπαρχιώτης
ἐπάρχομαι
ἔπαρχος
ἐπάρχω
ἐπαρωγή
ἐπαρωγής
ἐπαρωγός
ἐπασθμαίνω
ἐπασκέω
ἐπάσκημα
ἐπασκητέον
View word page
ἐπαρχιώτης
a provincial
ShortDef
a provincial
Debugging
Headword:
ἐπαρχιώτης
Headword (normalized):
ἐπαρχιώτης
Headword (normalized/stripped):
επαρχιωτης
Intro Text:
a provincial
IDX:
32409
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-32410
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a provincial" }