Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐπακέομαι
ἐπακμάζω
ἐπακμαστικός
ἔπακμος
ἐπακοέω
ἐπακολουθέω
ἐπακολούθημα
ἐπακολούθησις
ἐπακολουθητέον
ἐπακολουθητικός
ἐπακολουθήτρια
ἐπακόλουθος
ἐπακονάω
ἐπακοντίζω
ἐπακοντιστής
ἐπακουός
ἐπάκουσις
ἐπακουστός
ἐπακούω
ἐπακριβής
ἐπακριβόω
View word page
ἐπακολουθήτρια
concurring parly
ShortDef
concurring parly
Debugging
Headword:
ἐπακολουθήτρια
Headword (normalized):
ἐπακολουθήτρια
Headword (normalized/stripped):
επακολουθητρια
Intro Text:
concurring parly
IDX:
32058
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-32059
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "concurring parly" }