Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἐξευτελισμός
ἐξευτελιστής
ἐξευτρεπίζω
ἐξευφραίνομαι
ἐξεύχομαι
ἐξευωνίζω
ἐξέφηβος
ἐξεφίημι
ἐξεχέβρογχος
ἐξεχέγλουτος
ἐξεχής
ἐξέχω
ἐξέψω
ἕξζευξις
ἔξηβος
ἐξηγέομαι
ἐξήγημα
ἐξηγηματικός
ἐξήγησις
ἐξηγητεία
ἐξηγητέον
View word page
ἐξεχής
gradual

ShortDef

gradual

Debugging

Headword:
ἐξεχής
Headword (normalized):
ἐξεχής
Headword (normalized/stripped):
εξεχης
IDX:
31515
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-31516
Key:

Data

{'content': 'gradual'}