Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἐξαρέσκομαι
ἐξαρθρέω
ἐξάρθρημα
ἔξαρθρος
ἐξαρθρόω
ἐξαριθμέω
ἐξαρίθμησις
ἑξάριθμος
ἐξάριθμος
ἐξαρκέω
ἐξαρκής
ἐξαρκούντως
ἔξαρμα
ἐξαρμόζω
ἐξαρμόνιος
ἔξαρμος
ἐξαρνέομαι
ἐξάρνησις
ἐξαρνητικός
ἔξαρνος
ἐξαροτριάω
View word page
ἐξαρκής
enough, sufficient

ShortDef

enough, sufficient

Debugging

Headword:
ἐξαρκής
Headword (normalized):
ἐξαρκής
Headword (normalized/stripped):
εξαρκης
IDX:
31248
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-31249
Key:

Data

{'content': 'enough, sufficient'}