Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀκροάομαι
ἀκροαπίς
ἀκρόασις
ἀκροατέον
ἀκροατέος
ἀκροατήριον
ἀκροατής
ἀκροατικός
ἀκροβαρέω
ἀκρόβασις
ἀκροβατέω
ἀκροβάτης
ἀκροβατικός
ἀκρόβατος
ἀκροβαφής
ἀκροβελής
ἀκροβελίς
ἀκρόβλαστος
ἀκροβολέω
ἀκροβόλη
ἀκροβολής
View word page
ἀκροβατέω
walk on tiptoe, strut
ShortDef
walk on tiptoe, strut
Debugging
Headword:
ἀκροβατέω
Headword (normalized):
ἀκροβατέω
Headword (normalized/stripped):
ακροβατεω
Intro Text:
walk on tiptoe, strut
IDX:
3094
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-3095
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "walk on tiptoe, strut" }