Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐννάσσω
ἐνναυπηγέομαι
ἐννέα
ἐννεάβοιος
ἐννεάγηρα
ἐννεαγράμματον
ἐννεάγωνος
ἐννεαδάκτυλος
ἐννεάδεσμος
ἐννεαδικός
ἐννεαετηρικός
ἐννεαέτης
ἐννεαετία
ἐννεάζω
ἐννεακαίδεκα
ἐννεακαιδεκαετηρίς
ἐννεακαιδεκαέτης
ἐννεακαιδεκάμηνος
ἐννεακαιδεκαπλασίων
ἐννεακαιδέκατος
ἐννεακαιδεκέτης
View word page
ἐννεαετηρικός
nine-yearly
ShortDef
nine-yearly
Debugging
Headword:
ἐννεαετηρικός
Headword (normalized):
ἐννεαετηρικός
Headword (normalized/stripped):
εννεαετηρικος
IDX:
30315
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-30316
Key:
Data
{'content': 'nine-yearly'}