Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐνενηκονταμερίς
ἐνενηκονταμοιρία
ἐνενηκονταπέντε
ἐνενηκοντάπηχυς
ἐνενηκονταπλάσιος
ἐνενηκοντάπολις
ἐνενηκοστογδαῖος
ἐνενηκοστόπρωτος
ἐνενηκοστός
ἐνενηκοστοτέταρτος
ἐνενηκοστότριτος
ἐνενίαυτα
ἐνεξεμέω
ἐνεξουσιάζω
ἐνεορτάδια
ἐνεορτάζω
ἐνεός
ἐνεοστασία
ἐνεότης
ἐνεόφρων
ἐνεπαγγελία
View word page
ἐνενηκοστότριτος
ninety-third
ShortDef
ninety-third
Debugging
Headword:
ἐνενηκοστότριτος
Headword (normalized):
ἐνενηκοστότριτος
Headword (normalized/stripped):
ενενηκοστοτριτος
Intro Text:
ninety-third
IDX:
30032
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-30033
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ninety-third" }