Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἔνεμα
ἐνεματίζω
ἐνεμέω
ἐνεμπορεύομαι
ἐνενήκοντα
ἐνενηκονταεννέα
ἐνενηκονταέξ
ἐνενηκονταετής
ἐνενηκονταμερίς
ἐνενηκονταμοιρία
ἐνενηκονταπέντε
ἐνενηκοντάπηχυς
ἐνενηκονταπλάσιος
ἐνενηκοντάπολις
ἐνενηκοστογδαῖος
ἐνενηκοστόπρωτος
ἐνενηκοστός
ἐνενηκοστοτέταρτος
ἐνενηκοστότριτος
ἐνενίαυτα
ἐνεξεμέω
View word page
ἐνενηκονταπέντε
ninety-five
ShortDef
ninety-five
Debugging
Headword:
ἐνενηκονταπέντε
Headword (normalized):
ἐνενηκονταπέντε
Headword (normalized/stripped):
ενενηκονταπεντε
Intro Text:
ninety-five
IDX:
30024
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-30025
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ninety-five" }