Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἑκατοντάχοος
ἑκατοντέριφον
ἑκατοντόργυιος
ἑκατόντορος
ἕκατος
ἑκατοστεύω
ἑκατοστήριος
ἑκατοστιαῖος
ἑκατοστοεικοστόγδοον
ἑκατοστοεικοστός
ἑκατόστομος
ἑκατοστός
ἑκατόστυλος
ἑκατοστύς
ἑκατόφυλλον
ἐκβάζω
ἐκβαίνω
ἐκβάκχευσις
ἐκβακχεύω
ἐκβάλλω
ἐκβαρβαρόω
View word page
ἑκατόστομος
hundred-mouthed
ShortDef
hundred-mouthed
Debugging
Headword:
ἑκατόστομος
Headword (normalized):
ἑκατόστομος
Headword (normalized/stripped):
εκατοστομος
Intro Text:
hundred-mouthed
IDX:
26904
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-26905
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "hundred-mouthed" }