Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἑκατονταετία
ἑκατονταθύσανος
ἑκατοντακάρηνος
ἑκατοντακικαιεικοσάκι
ἑκατοντάκις
ἑκατοντάκλινος
ἑκατοντακρήπις
ἑκατονταλαντία
ἑκατοντάλαντος
ἑκατοντάμαχος
ἑκατοντάμιγμα
ἑκατόντανδρος
ἑκατοντάπηχυς
ἑκατονταπλασίων
ἑκατοντάπλεθρος
ἑκατοντάρουρος
ἑκατονταρχέω
ἑκατοντάρχης
ἑκατονταρχία
ἑκατοντάρχιον
ἑκατόνταρχος
View word page
ἑκατοντάμιγμα
a compound remedy
ShortDef
a compound remedy
Debugging
Headword:
ἑκατοντάμιγμα
Headword (normalized):
ἑκατοντάμιγμα
Headword (normalized/stripped):
εκατονταμιγμα
Intro Text:
a compound remedy
IDX:
26880
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-26881
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a compound remedy" }