Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
εἰσδοχή
εἰσδρομή
εἴσδυσις
εἰσδύω
εἰσεάω
εἰσεγγίζω
εἴσειμι
εἰσέλασις
εἰσελαστικός
εἰσελαύνω
εἰσέλευσις
εἰσέλκω
εἰσεμβαίνω
εἰσεμπορεύομαι
εἰσεντίθημι
εἰσέπειτα
εἰσεπιδημέω
εἰσέργνυμι
εἰσέρπω
εἰσέρρω
εἴσερσις
View word page
εἰσέλευσις
entrance, arrival
ShortDef
entrance, arrival
Debugging
Headword:
εἰσέλευσις
Headword (normalized):
εἰσέλευσις
Headword (normalized/stripped):
εισελευσις
Intro Text:
entrance, arrival
IDX:
26606
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-26607
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "entrance, arrival" }