Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
εἰσβλέπω
εἰσβλητέον
εἰσβολή
εἰσγένεσις
εἰσγίγνομαι
εἰσγραφή
εἰσγράφω
εἰσδανείζω
εἰσδεκτός
εἰσδέρκομαι
εἰσδέχομαι
εἰσδίδωμι
εἴσδοσις
εἰσδοχή
εἰσδρομή
εἴσδυσις
εἰσδύω
εἰσεάω
εἰσεγγίζω
εἴσειμι
εἰσέλασις
View word page
εἰσδέχομαι
to take into, admit
ShortDef
to take into, admit
Debugging
Headword:
εἰσδέχομαι
Headword (normalized):
εἰσδέχομαι
Headword (normalized/stripped):
εισδεχομαι
Intro Text:
to take into, admit
IDX:
26593
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-26594
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to take into, admit" }