Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἐγκατέχω
ἐγκατιλλώπτω
ἐγκατόεις
ἐγκατοικέω
ἐγκατοικίζω
ἐγκατοικοδομέω
ἐγκάτοικος
ἐγκατοπτρίζομαι
ἐγκατοχέω
ἐγκάτοχος
ἐγκαττύω
ἐγκατώδης
ἐγκαυλέω
ἔγκαυμα
ἔγκαυσις
ἐγκαυστήρια
ἐγκαυστής
ἐγκαυστικός
ἔγκαυστος
ἐγκαυχάομαι
ἔγκαφος
View word page
ἐγκαττύω
stitch into the shoe-sole

ShortDef

stitch into the shoe-sole

Debugging

Headword:
ἐγκαττύω
Headword (normalized):
ἐγκαττύω
Headword (normalized/stripped):
εγκαττυω
IDX:
25723
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25724
Key:

Data

{'content': 'stitch into the shoe-sole'}