Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐγκαταριθμέω
ἐγκαταρράπτω
ἐγκατασβέννυμι
ἐγκατασήπομαι
ἐγκατασκευάζω
ἐγκατάσκευος
ἐγκατασκήπτω
ἐγκατάσκηψις
ἐγκατασκιρόομαι
ἐγκατασπείρω
ἐγκαταστηρίζω
ἐγκαταστοιχειόομαι
ἐγκαταστρέφω
ἐγκατασφάττω
ἐγκατασχάζω
ἐγκαταταράσσω
ἐγκατατάσσω
ἐγκατατέμνω
ἐγκατατίθημι
ἐγκατατίλλω
ἐγκατατομή
View word page
ἐγκαταστηρίζω
fix firmly in
ShortDef
fix firmly in
Debugging
Headword:
ἐγκαταστηρίζω
Headword (normalized):
ἐγκαταστηρίζω
Headword (normalized/stripped):
εγκαταστηριζω
Intro Text:
fix firmly in
IDX:
25693
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25694
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "fix firmly in" }