Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἐγκατάποσις
ἐγκαταριθμέω
ἐγκαταρράπτω
ἐγκατασβέννυμι
ἐγκατασήπομαι
ἐγκατασκευάζω
ἐγκατάσκευος
ἐγκατασκήπτω
ἐγκατάσκηψις
ἐγκατασκιρόομαι
ἐγκατασπείρω
ἐγκαταστηρίζω
ἐγκαταστοιχειόομαι
ἐγκαταστρέφω
ἐγκατασφάττω
ἐγκατασχάζω
ἐγκαταταράσσω
ἐγκατατάσσω
ἐγκατατέμνω
ἐγκατατίθημι
ἐγκατατίλλω
View word page
ἐγκατασπείρω
to disperse in
ShortDef
to disperse in
Debugging
Headword:
ἐγκατασπείρω
Headword (normalized):
ἐγκατασπείρω
Headword (normalized/stripped):
εγκατασπειρω
Intro Text:
to disperse in
IDX:
25692
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-25693
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to disperse in" }